ικετικός

ικετικός
η , όν см. ικετευτικός

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ικετικός" в других словарях:

  • ἱκετικός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικετικός — ή, ό (ΑΜ ἱκετικός, ή, όν) [ικέτης] ικετευτικός. επίρρ... ικετικώς (ΑΜ ἱκετικῶς) ικετευτικά, παρακλητικά …   Dictionary of Greek

  • ἱκετικά — ἱκετικός neut nom/voc/acc pl ἱκετικά̱ , ἱκετικός fem nom/voc/acc dual ἱκετικά̱ , ἱκετικός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικώτερον — ἱκετικός adverbial comp ἱκετικός masc acc comp sg ἱκετικός neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικόν — ἱκετικός masc acc sg ἱκετικός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικαῖς — ἱκετικός fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικοῖς — ἱκετικός masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικοῦ — ἱκετικός masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικούς — ἱκετικός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικήν — ἱκετικός fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικῶς — ἱκετικός adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»